επιπλήττω

(Α ἐπιπλήσσω και αττ. τ. ἐπιπλήττω) [πλήσσω]
ελέγχω, επιτιμώ, μαλώνω κάποιον («καὶ ἐπέπληττε τὸν μὴ καλῶς αὐλοῡντα», Πλάτ.)
αρχ.
1. χτυπώ, καταφέρω χτυπήματα («τόξῳ ἐπιπλήσσων», Ομ. Ιλ.)
2. (αμτβ.) επιτίθεμαι
3. φρ. «ἐπιπλήσσω τινί τι» — κατακρίνω κάποιον για κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιπλήττω — επιπλήττω, επέπληξα βλ. πίν. 27 Σημειώσεις: επιπλήττω : σπάνια η παθητική φωνή (επιπλήττομαι, στον ενεστ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιπλήττω — επέπληξα, επιπλήχτηκα, μτβ. χτυπώ κάποιον με λόγια, μαλώνω, κατσαδιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιπλήττω — ἐπιπλήσσω strike pres subj act 1st sg (attic) ἐπιπλήσσω strike pres ind act 1st sg (attic) ἐπιπλήσσω strike pres subj act 1st sg (attic) ἐπιπλήσσω strike pres ind act 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατέμβω — (Α) 1. κακομεταχειρίζομαι, στερώ 2. παθ. στερούμαι, χάνω 3. μέσ. επιπλήττω, κατακρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με το αρχ. ινδ. dabhnόti «βλάπτω», dambhά , αρσ. «απάτη». Το α του ατέμβω πιθ. αθροιστικό ή επιτατικό. Το ρ. ατέμβω… …   Dictionary of Greek

  • βάζω — (I) και βάνω (Μ βάζω) 1. τοποθετώ, φορώ 2. τοποθετώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο νεοελλ. Ι. 1. προσθέτω, συνυπολογίζω 2. (για βαθμό) βαθμολογώ 3. διορίζω, τοποθετώ κάποιον σε κάποια θέση 4. βάζω... να αναγκάζω ή πείθω κάποιον να κάνει κάτι 5. υποθέτω …   Dictionary of Greek

  • κυδάζω — (Α) βρίζω («Ἄμυκε, μὴ κύδαζέ μοι τὸν πρεσβύτερον ἀδελφεόν», Επίχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται πιθ. σε μηδενισμένη βαθμίδα *kud της ΙΕ ρίζας *keuәd «κραυγάζω, βρίζω, επιπλήττω», οπότε θα συνδέεται με σλαβικές και γερμανικές λ. που σημαίνουν «βρίζω,… …   Dictionary of Greek

  • μαλώνω — (Μ μαλώνω και μαλλώνω) 1. κάνω δριμείες παρατηρήσεις, επιπλήττω, επιτιμώ («μην τό μαλώνεις το παιδί κάθε τόσο») 2. διαπληκτίζομαι, φιλονικώ, καβγαδίζω («κάθε βράδι αυτό το ζευγάρι μαλώνει») 3. συμπλέκομαι, συγκρούομαι 4. πολεμώ 5. επιτίθεμαι… …   Dictionary of Greek

  • συνεπιρραπίζω — Μ επιπλήττω, τιμωρώ επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιρραπίζω «επιπλήττω»] …   Dictionary of Greek

  • υπονειδίζω — Α ονειδίζω, επιπλήττω κάποιον με πλάγιο, ύπουλο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ὀνειδίζω «ψέγω, επιπλήττω»] …   Dictionary of Greek

  • αγριοπαίρνω — μεταχειρίζομαι κάποιον με σκληρότητα, τού φέρομαι απότομα, βάναυσα, τόν επιπλήττω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.